ἐντελέχεια
ἐντελέχεια, full, complete reality
- full, complete reality, opp. δύναμις, ψυχή ἐστιν ἐ. ἡ πρώτη σώματος φυσικοῦ δυνάμει ζωὴν ἔχοντος Arist. de An. 412a27; ὑπὸ τοῦ ἐντελεχεία ὄντος τὸ δυνάμει ὂν γίνεται Id. GA 734a30; distd. fr. ἐνέργεια, actuality, opp. activity, Id. Metaph. 1050a23, Ph. 257b8, cf. Ph. 1.625 (ἐνδ- codd.), Plot. 4.7.8; later, τὸ ᾠὸν κατὰ δύναμιν μέν ἐστι νεοσσός, κατʼ ἐντελέχειαν δὲ οὐκ ἔοτιν S.E. M. 10.340, cf. Theo Sm. p.37 H.: confused with ἐνδέλεχεια (q.v.) by Cic. Tusc. 1.10.22, Luc. Jud. Voc. 10.
1 acto op. δύναμις ‘potencia’
ἔστι δ' ἡ μὲν ὕλη δύναμις, τὸ δ' εἶδος ἐ.
τὸ γὰρ δυνάμει ὂν καὶ μὴ ἐντελεχείᾳ
lo que existe en potencia y no en actoτὸ ᾠὸν κατὰ δύναμιν μέν ἐστι νεοσσός, κατ' ἐντελέχειαν δὲ οὐκ ἔστιν
el huevo es en potencia un pollito, pero no existe en acto
• acto, hecho
(ὁ μώλωψ) ὑπὸ γὰρ ἐντελεχείᾳ οὔσης τῆς μάστιγος γίνεται
(la magulladura) se produce por el hecho de existir un látigo
2 dif. de ἐνέργεια acto culminado, resultado de la actividad
διὸ καὶ τοὔνομα ἐνέργεια λέγεται κατὰ τὸ ἔργον, καὶ συντείνει πρὸς τὴν ἐντελέχειαν
por eso el término actividad deriva de acto y tiende al acto culminadoἐ. ἐστι τοῦ ὀφθαλμοῦ, ἡ ἐνέργεια καθ' ἣν ὁρᾷ