ἐνύπαρκτος
que existe como substancia crist. del Espíritu Santo
δύναμις ἁγιαστική, ἐνούσιος, ἐ.
• subst. τὸ ἐ. existencia real
τοῦ πνεύματος αὐτοῦ τοῦ ἁγίου
ἐνύπαρκτος, adj. verb. zu ἐνυπάρχω, Dionys. Ar.
que existe como substancia crist. del Espíritu Santo
δύναμις ἁγιαστική, ἐνούσιος, ἐ.
• subst. τὸ ἐ. existencia real
τοῦ πνεύματος αὐτοῦ τοῦ ἁγίου