ἐνυπνίδιος
ἐνυπνίδιος, ον,
- = ἐνύπνιος, φαντασία S.E. M. 9.43.
que ocurre en sueños, soñado
φαντασίαι
ἐνυπνίδιος, ος, ον [ῐδ] c. ἐνύπνιος, Sext. 400, 15 et 24 Bkk.
que ocurre en sueños, soñado
φαντασίαι