ἐξατμιάω
ἐξατμ-ιάω, = sq., Hp. Morb. 4.49:—also ἐξατμ-ῐδόω, ibid., Olymp. in Phd. p.240 N.
evaporarse, vaporizarse
θερμαινομένου τοῦ σώματος ἐξατμιᾷ μάλιστα διὰ τούτου τὸ ὑδρωποειδές
ἐξ·ατμιάω-ῶ, faire évaporer, Hpc. 507, 37.
ἐξατμιάω, verdunsten lassen, Hippocr.