ἐξαυάζω
ἐξαυ-άζω, (αὖος), = sq., Thphr. Fr. 172.2.
secar completamente
ἐξαυάζοντες αὐτὸ (τὸ δέρμα)
ἐξευασμένου· τεθνεῶτος
ἐξ·αυάζω, c. le suiv. Th. fr. 13, 2.
ἐξαυάζω, = ἐξαυαίνω, Theophr.
secar completamente
ἐξαυάζοντες αὐτὸ (τὸ δέρμα)
ἐξευασμένου· τεθνεῶτος