ἐπίθρεπτος
ἐπίθρεπτος, well-nourished
ἐπίθρεπτος, ον,
- well-nourished, σάρξ Hp. Prorrh. 2.24.
ἐπίθρεπτος, ος, ον, nourri sur, par excroissance, Hpc. 106d.
Étym. ἐπιτρέφω.
ἐπίθρεπτος, wohlgenährt, σάρξ, Hippocr.