ἐπιθύμησις
ἐπιθύμησις, longing, desire
ἐπιθῡμ-ησις, εως, ἡ,
- longing, desire, κακῶν Is. Fr. 158.
ἐπιθύμησις, εως (ἡ) [ῡ] désir, Is. 26, 44.
Étym. ἐπιθυμέω.
ἐπιθύμησις, ἡ, das Begehren, Verlangen, Arist.