ἐπίκερας Save LSJ Bailly 2024 Pape ἐπίκερας, τό, = τῆλις, Hp. ap. Gal. 19.99. ἐπί·κερας, ατος (τὸ) fenugrec, plante, Hpc. (Gal. 19, p. 99). ἐπίκερας, ατος, τό, eine Pflanze, sonst αἰγόκερας od. τῆλις, Hippocr.