ἐπικεκρυμμένως
ἐπικεκρυμμένως, mystcriously
ἐπικεκρυμμένως, Adv., (ἐπικρύπτω)
- mysteriously, Plot. 3.9.1, Porph. Plot. 15.
ἐπι·κεκρυμμένως, adv. secrètement, Clém. 1, 741, 949 ; 2, 45, 81 Migne.
Étym. ἐπικρύπτω.
ἐπικεκρυμμένως, im Verborgenen, heimlich, Sp.