ἐπικεκαλυμμένως Save Bailly 2024 Pape ἐπι·κεκαλυμμένως [ᾰ] adv. c. le suiv. Orib. 2, 1061 B.-Dar. Étym. ἐπικαλύπτω. ἐπικεκαλυμμένως, verhüllt, Eust. u. a.Sp.