ἐπίσφυρος
ἐπίσφυρ-ος, ον,
- = foreg., ποδίστρας AP 6.107 (Phil.).
ἐπί·σφυρος, ος, ον [ῠ] qui recouvre la cheville, Anth. 6, 107.
Étym. ἐπί, σφύρα.
ἐπίσφυρος, ποδίστραι, am Knöchel, Philip. 8 (VI.107).