ἐπισφραγισμός
ἐπισφραγισμός, confirmation
ἐπισφρᾱγ-ισμός, ὁ,
- confirmation, Sch.Hermog. in Rh. 7.425W.
ἐπισφραγισμός, οῦ (ὁ) [ᾱ] c. le préc. Rhét. 7, 17 W.
ἐπισφραγισμός, [ᾱ], ὁ, = ἐπισφράγισις, Rhett.