ἐπισφελίτης
ἐπισφελίτης [ῑ], ου, ὁ, (σφέλας)
- = θρανίτης, Paus.Gr. Fr. 175.
ἐπι·σφελίτης, ου (ὁ) [ῑτ] rameur, Paus. (Eust. p. 1818, 51).
Étym. ἐπί, σφέλας.
ἐπισφελίτης, ὁ (σφέλας), = θρανίτης, Paus. bei Eust. 1818.5 ; Hesych.