ἐπεικώς Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands ἐπεικώς, Att. part. of ἐπέοικα (q. v.). ἐπεικώς, υῖα, ός, c. ἐπεοικώς. ἐπεικώς -υῖα -ός ptc. perf. act. van ἐπέοικα.