ἐπιβλεφαρίς Save Bailly 2024 Pape ἐπι·βλεφαρίς, ίδος (ἡ) [ᾰῐδ] paupière, Eum. p. 82. Étym. ἐπί, βλέφαρον. ἐπιβλεφαρίς, ίδος, ἡ, Augenwimper, Sp.