ἐπιβόημα
ἐπιβόημα, a call
ἐπιβό-ημα, ατος, τό,
- a call or cry to one, Th. 5.65: pl., D.C. 42.19, al.
ἐπιβόημα, ατος (τὸ) clameur, cri, Thc. 5, 65.
Étym. ἐπιβοάω.
ἐπιβόημα, τό, der Zuruf, Thuc. 5.65 ; D.Cass.
ἐπιβόημα, ατος, τό,
ἐπιβοάω
- a call or cry to one, Thuc.