ἐπιβληματικός
ἐπιβληματικός, introductory
ἐπι-βλημᾰτικός, ή, όν,
- introductory, τρόπος Ptol. Tetr. 107.
ἐπι·βληματικός, ή, όν [ᾰ] fait de pièces, Ptol. Tetr. 107.
Étym. ἐπίβλημα.
ἐπιβληματικός, introductory