ἐπιδοξότης
ἐπιδοξότης, glory
ἐπιδοξ-ότης, ητος, ἡ,
- glory, Aq. Za. 6.13, al.
ἐπιδοξότης, ητος (ἡ) illustration, Aqu. Ps. 103, 1 ; Chrys. 1, 636.
Étym. ἐπίδοξος.
ἐπιδοξότης, ητος, ἡ, Berühmtheit, Sp.