ἐπιδορπισμός
ἐπιδορπισμός, dessert
ἐπιδορπ-ισμός, ὁ, = foreg.,
- dessert, Arist. Fr. 104.
ἐπιδορπισμός, οῦ (ὁ) c. le préc. Arstt. (Ath. 641e).
ἐπιδορπισμός, ὁ, Nachtisch, Arist. bei Ath. XIV.641e.
ἐπιδορπισμός, dessert