ἐπιδορπίς Save LSJ Bailly 2024 Pape ἐπιδορπ-ίς, ίδος, ἡ, old name for δεῖπνον, Philem. ap. Ath. 1.11d. ἐπι·δορπίς, ίδος (ἡ) souper, Ath. 11d. Étym. ἐπί, δόρπον. ἐπιδορπίς, ίδος, ἡ, Ath. I.11, = δεῖπνον.