ἐπιζημίωμα
ἐπιζημίωμα, penalty
ἐπιζημί-ωμα, Dor. ἐπιζᾱμίωμα, ατος, τό,
- penalty, Tab. Heracl. 1.155, Poll. 8.149.
ἐπιζημίωμα, τό, die Strafe, Poll. 8.149.
ἐπιζημίωμα, penalty