ἐπιζημιόω
ἐπιζημιόω, to mulct
ἐπιζημι-όω,
- mulct, στατῆρι κατὰ τὸν ἄνδρα τῆς ἡμέρας X. HG 5.2.22.
ἐπιζημιόω-ῶ, fixer une amende : στατῆρι, Xén. Hell. 5, 2, 22, à un statère.
Étym. ἐπιζήμιος.
ἐπιζημιόω, bestrafen, στατῆρι κατὰ τὸν ἄνδρα Xen. Hell. 5.2.22.
ἐπιζημιόω
fut. ώσω
- to mulct, στατῆρι κατὰ τὸν ἄνδρα every man a stater, Xen.