ἐπιζητητικός
ἐπιζητητικός, apt to crave
ἐπιζητ-ητικός, ή, όν,
- apt to crave or miss, τῶν κενώσεων -κὸν γίγνεσθαι τὸ σῶμα Erasistr. (?) ap. Gal. Consuet. 5.
- 2 interrogative, σύνδεσμος Suid. s.v. μῶν.
ἐπιζητητικός, ή, όν, fragend, σύνδεσμος, Suid. s.v. μῶν.