ἐπιθωρακίδιον
ἐπιθωρακίδιον, a tunic worn over the θώραξ
ἐπιθωρᾱκ-ίδιον, τό,
- tunic worn over the θώραξ, Plu. Art. 11.
ἐπι·θωρακίδιον, ου (τὸ) [ᾱῐδ] saie sur la cuirasse, Plut. Artax. 11.
Étym. ἐπί, θώραξ.
ἐπιθωρακίδιον, [ᾱ], τό, Kleid über dem Brustpanzer, Plut. Alex. 11, v.l. περιθωρακίδιον.
ἐπιθωρακίδιον
ἐπι-θωρᾱκίδιον, ου, τό,
- a tunic worn over the θώραξ.