ἐπικατάφορος
ἐπικατάφορος, prone to
ἐπικατά-φορος, ον,
- prone to, ἐπί or πρός τι, Terpsicles ap. Ath. 9.391e, Ath. 13.608d.
ἐπικατάφορος, ος, ον, porté à, enclin à : ἐπί τι, Ath. 391e, πρός τι, Ath. 608d, à qqe ch.
Étym. ἐπικαταφέρομαι.
ἐπικατάφορος, wohin geneigt, einen Hang wozu habend ; πρός τι, Ath. IX.391e ; ἐπί τι, XIII.608d.