ἐπικατέρχομαι
ἐπικατέρχομαι, go down into
ἐπικατ-έρχομαι,
- = ἐπικάτειμι, Hp. Nat.Puer. 30.
ἐπι·κατέρχομαι, c. ἐπικάτειμι, Hpc. 246, 21.
ἐπικατέρχομαι, (ἔρχομαι), = ἐπικάτειμι, Hippocr.
ἐπικατέρχομαι, go down into