ἐπικατηγόρησις Save Bailly 2024 Pape ἐπικατηγόρησις, εως (ἡ) c. le suiv. DH. 1, 66. Étym. ἐπικατηγορέω. ἐπικατηγόρησις, ἡ, = ἐπικατηγορία, Dion.Hal. 1.66, l.d.