ἐπιπόρπωμα Save Grieks Nederlands Pape ἐπι-πόρπωμα -ατος, τό [~ πορπάω] mantel (met gesp op de schouder bevestigd). ἐπιπόρπωμα, τό, = ἐπιπόρπαμα, Hesych. τὸ ἐπάνω τῆς πόρπης ; Plut. Alex. 32 als v.l.