ἐπίπολος
ἐπίπολος, a companion
ἐπίπολος, ὁ,
- = πρόσπολος, companion, S. OT 1322 (lyr.).
ἐπί·πολος, ος, ον, compagnon, Soph. O.R. 1322.
Étym. ἐπί, πέλομαι ; cf. πρόσπολος.
ἐπίπολος, = πρόσπολος, Soph. O.R. 1323.
ἐπίπολος, ον
πολέω
= πρόσπολος,
- a companion, Soph.