Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐποχέτευσις
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐποτρύνω
ἐπουδαῖος
ἐπούδειος
ἐπουλίς
ἔπουλος
ἐπουλόω
ἐπούλωσις
ἐπουλωτικός
ἐπουραῖος
ἐπουράνιος
ἐπουρέω
ἐπουριάζω
ἐπουρίζω
ἔπουρος
ἐπουρόω
ἐπούρωσις
ἐπουσία
ἐπουσιαστικός
ἐπουσιώδης
ἐπουτίς
ἐποφείλω
ἐποφέλλω
ἐποφθαλμέω
ἐποφθαλμιάω
ἐποφθαλμίζω
ἐποφθάλμιος
ἐποφλισκάνω
ἐποφρύδιον
ἐποχέομαι
ἐποχετεία
ἐποχέτευσις
ἐποχετεύω
ἐποχεύς
ἐποχεύω
ἐποχέω
ἐποχή
ἐπόχησις
ἐποχθίδιαι
ἐποχθίδιος
ἐποχθίζω
ἐποχλεύς
ἐποχλίζομαι
ἐποχμάζω
ἔποχον
ἔποχος
ἐποχυρόω
ἔποψ
ἐποψάομαι
ἐποψέ
ἐπόψεαι
ἐποψειασμός
ἐπόψημα
ἐπόψησις
ἐποψία
ἐποψίδιος
ἐπόψιμος
ἐπόψιος
ἔποψις
ἐπόψομαι
ἔππασις
ἐπράθην
…
ἐποχέτευσις
Save
LSJ
ἐποχέτ-ευσις, εως, ἡ,
=
foreg, metaph., ἀγαθῶν
Procl.
in Alc.
p.2 C. (pl.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}