ἐπόψομαι Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape Autenrieth Homer ἐπόψομαι, fut. of ἐφοράω. II v. ἐπιόψομαι. ἐπόψομαι, f. d’ἐφοράω. ἐπόψομαι fut. van ἐφοράω. ἐπόψομαι, fut. zu ἐφοράω. ἐπόψομαι : see ἐφοράω.