ἐπούλωσις
ἐπούλωσις, cicatrization
ἐπούλ-ωσις, εως, ἡ,
- cicatrization, Gal. 18(1).723.
ἐπούλωσις, εως (ἡ) cicatrisation, Gal. 18, 1, 723.
Étym. ἐπουλόω.
ἐπούλωσις, das Vernarben, Medic.
ἐπούλωσις, cicatrization