About Report a problem

Menu

ἐποικία

ἐποικ-ία, ἡ,
  • = ἀποικία, IG 9(1).334.1 (in Locr. form ἐπιϝοικία); but f.l. for ἀποικία, App. BC 2.135.
    • II = ἐποίκιον I, Gp. 10.1.1 (pl., s.v.l.).

Saved

Recent