ἑπτάγλωσσος
ἑπτάγλωσσος, seven-toned
ἑπτᾰ-γλωσσος, ον,
- seven-toned, φόρμιγξ Pi. N. 5.24.
ἑπτά·γλωσσος, ος, ον, à sept langues, c. à d. à sept cordes, Pd. N. 5, 24.
Étym. ἑ. γλῶσσα.
ἑπτάγλωσσος, φόρμιγξ, siebenzüngig, d.i. siebenstimmig, od. -saitig, Pind. N. 5.24.
ἑπτᾰγλωσσος, -ον
- 1seven voiced φόρμιγγʼ Ἀπόλλων ἑπτάγλωσσον χρυσέῳ πλάκτρῳ διώκων ἁγεῖτο παντοίων νόμων (cf. ἑπτάκτυπος) N. 5.24