ἐφημερούσιοι Save Bailly 2024 Pape ἐφημερ·ούσιοι, ων (οἱ) ceux qui vivent au jour le jour, Procl. p. 225. Étym. ἐφήμερος, οὐσία. ἐφημερούσιοι, οἱ, die in den Tag hineinlebenden, Procl.