ἐχερρημοσύνη Save LSJ Bailly 2024 ἐχε-ρρημοσύνη, ἡ, (ῥῆμα) = ἐχεμυθία, Iamb. VP 34.246. ἐχερρημοσύνη, ης (ἡ) habitude du silence, discrétion, Jambl. V. Pyth. 34. Étym. *ἐχερρήμων, de ἔχω, ῥῆμα.