ἑκατονδεκάρουρος
ἑκατονδεκάρουρος, holder of 110 ἄρουραι
ἑκᾰτον-δεκάρουρος [ᾰρ], ὁ,
- holder of 110 ἄρουραι, PCair.Zen. 1.23 (iii B.C.).
dueño de ciento diez aruras
Βίθυς Θρᾷξ ἑ.