ἑξηκονταέτης
ἑξηκονταέτης, sixty years old
ἑξηκοντα-έτης, ες,
- sixty years old, Mimn. 6, Hp. Epid. 5.25; also -ετῶν λυκαβάντων IG 12(7).290 (Amorgos).
ἑξηκονταέτης
ἑξηκοντα-έτης, ες
ἔτος
- sixty years old, Mimnerm.