Ἐξήκεστος Save LSJ Bailly 2024 Ἐξήκεστος· ἡταιρηκώς, ὅθεν καὶ τοὺς πρωκτοὺς ὁμωνύμως ἐξηκέστους ἔλεγον, Hsch. Ἐξήκεστος, ου (ὁ) Exèkestos, h. Thc. 6, 73 ; Dém. 379, 16 ; 666, 28.