About Report a problem

Menu

ἑξηκονταετής

ἑξηκοντα·ετής, ής, ές ou ἑξηκοντα·έτης, ης, ες, sexagénaire, Mimnerme 6, 2 (DL. 1, 60) ; Hpc. 1149d, etc.
Étym. ἑξ. ἔτος, cf. ἑξηκοντούτης.

Saved

Recent