ἑρκοθηρευτικός Save LSJ Pape ἑρκο-θηρευτικός, Poll. 7.139: Subst. ἑρκοθηρευτής, οῦ, ὁ, ib. 137. ἑρκοθηρευτικός, ή, όν, = ἑρκοθηρικός, von ἑρκοθηρευτής, Poll. 1.97, 7.137.