ἔρκτωρ Save Bailly 2024 Pape ἔρκτωρ, ορος (ὁ) qui fait, qui agit, Antim. 5 Bgk. Étym. *ἔργω, v. ἔρδω. ἔρκτωρ, ορος, ὁ (ΕΡΓΩ), der Täter, Antimach. frg. 37 ; EM. erkl. πρακτικός.