ἑτεροιότης
ἑτεροιότης, difference in kind
ἑτεροι-ότης, ητος, ἡ,
- difference in kind, Pl. Prm. 160d, Ph. 1.5; ἡ ἑτερότης ἄρα ἑτεροιότης Dam. Pr. 440.
ἑτεροιότης, ητος (ἡ) différence, dissemblance, Plat. Parm. 160d, 164a ; Phil. 1, 5.
Étym. ἑτεροῖος.
ἑτεροιότης, ητος, ἡ, die Verschiedenartigkeit, πρός τι, Plat. Parm.164a ; Philo.