About Report a problem

Menu

ἔγγραυλις

ἔγγραυλις, εως, ἡ,
  • anchovy, ἐγγραύλεις, οἱ δὲ ἐγκρασιχόλους καλοῦσιν αὐτάς, Ael. NA 8.18, Opp. H. 4.470. [corr. from Supp.]

Saved

Recent