ἔγγραφος
ἔγγραφος, written
- written, Plb. 3.21.4, Luc. Herm. 24, etc.; ἔγγραφα, τά, documents, OGI 335.137 (Pergam.). Adv. -φως Inscr.Prien. 113.37 (i B. C.), J. BJ 1.27.1, SIG 880.68 (Pizus), Porph. Chr. 27.
- II enrolled, IG 1(2).949.
- III ἔγγραφοι πατέρες, = patres conscripti, D.H. 2.12.
I
1 escrito, (puesto) por escrito esp. ref. todo tipo de documentos jurídicos
ἐν αἷς (συνθήκαις) περὶ μὲν Ἰβηρίας οὐκ ἔφασαν ὑπάρχειν ἔγγραφον οὐδέν
περὶ τούτων τὰς πίστεις ἐ[γγ]ράφους παρατιθέ[ασι]ν
μηνύσεις
εἰσαγγελίαι
νόμοι
κατὰ τήνδε τὴν δισσὴν ἔγγραφον ἀσφάλειαν
χωρὶς ἐγγράφου ἀποχῆς
ἐντολή
γεωργία ἔ. op. ἄγραφος
, de la evangelización por medio de las Escrituras
• neutr. subst. τὸ ἔ. escrito, texto o documento escrito esp. de tipo jurídico ICr.l.c., OGI 335.138 (Pérgamo II a.C.), Artem.2.32, Gr.Nyss.Hom.in Eccl.358.22, Anon.in EN 245.30,
κατὰ τὰ περὶ τῶν ... ἀδικούντων τὸν δῆμον ἔγγραφα
βυβλίων, δέλτων, γραμμάτων, ἐνγράφων
• tb. copia, duplicado de un documento, guardada en archivos públicos
καθ' ἃ ἐν τῷ δι' ἀρχείου ἐγγράφῳ δεδήλωται
2 en lit. jud.-crist. escrito en la Biblia
αἱ ἐντολαὶ αἱ ἔγγραφοι
προφητεία
χρησμοί
ἀποδείξεις op. ἄγραφος
• neutr. subst. τὰ ἔγγραφα las Escrituras
τὰ θεῖα ἔγγραφα
τὰ ἔγγραφα τοῦ νόμου
3 estriado, rayado, escrito
σῦκα
II de pers.
1 alistado, enrolado
2 inscrito, registrado
ἔγγραφοι πατέρες
patres conscripti en el Senado rom.
• crist. ref. a los actos humanos
νηστεία
ἔγγραφοι ἐγένοντο ἀπὸ τοῦ θεοῦ ἐν τῷ μνημοσύνῳ αὐτοῦ
los que confiaron en el Señor
III adv. -ως
1 por escrito
παρ[ακαλέσειν] ... τοὺς πολίτας
ἐάν τινι [σ]υν[χωρήσῃ ἐν]γράφως ταφῆναι
παραδίδωμι
ἐκδίδωμι
προσφωνεῖν
ἐπιστέλλειν
ἐ. ποιεῖν ... ὡς
2 mediante contrato escrito
op. ἀγράφως
3 en lit. jud.-crist. en o mediante las Escrituras
ἐπὶ τὴν ἀλήθειαν τὴν ἐ. τὰ ἄγραφα δηλοῦσαν
τὸ πνεῦμα ἐ. φησίν
• Adv ., NT u. Sp.