ἔγκιρρος
ἔγκιρρος, pale-yellow
ἔγκιρρος, ον,
- pale-yellow, Dsc. 1.13.
flavo, anaranjado, amarillento
(κασσία)
ἔχον ἔγκιρρον τὴν πελιδνότητα del χάλκανθος
ἔγ·κιρρος, ος, ον, fauve, Diosc. 1, 12 et 133 ; 4, 84.
Étym. ἐν, κιρρός.
ἔγκιρρος, blaßgelb, Diosc.