Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐγκληματικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐγκινέομαι
ἐγκινέω
ἐγκίνυμαι
ἐγκίρναμι
ἐγκίρνημι
ἔγκιρρος
ἐγκισσάω
ἐγκισσεύομαι
ἐγκίσσημα
ἐγκίσσησις
ἐγκλαεύς
ἐγκλαστρίδια
ἐγκλάω
ἔγκλεισις
ἐγκλεισμός
ἐγκλειστέον
ἐγκλειστήριον
ἔγκλειστος
ἐγκλείστρα
ἐγκλειστρίς
ἐγκλείω
ἐγκλεπεῖς
ἐγκλεπίς
ἐγκλεφές
ἐγκλέφωνος
ἐγκληθῆναι
ἐγκληΐω
ἔγκλημα
ἐγκληματίζω
ἐγκληματικός
ἐγκληματικῶς
ἐγκλημάτιον
ἐγκλημάτισις
ἐγκληματογραφέω
ἐγκληματόομαι
ἐγκληματώδης
ἐγκλήμων
ἐγκληρονομέω
ἐγκληρόομαι
ἔγκληρος
ἐγκληρόω
ἐγκλησία
ἔγκλησις
ἐγκλησίφωνος
ἐγκλητέον
ἐγκλητέος
ἐγκλητεύσιμος
ἐγκλήτευσις
ἐγκλητικός
ἐγκλητικῶς
ἔγκλητος
ἐγκλητός
ἐγκλήτως
ἐγκλῄω
ἐγκλιδόν
ἔγκλιζε
ἔγκλιμα
ἐγκλιματικός
ἐγκλίνιος
ἔγκλινος
ἐγκλίνω
…
ἐγκληματικῶς
Save
Bailly 2024
ἐγκληματικῶς
[
ᾰ
]
adv.
en accusateur,
Bas.
2, 607
c
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}