ἐγκεφαλαίωμα Save LSJ DGE ἐγκεφᾰλ-αίωμα, ατος, τό, = κεφαλαίωμα, PLond. 2.38. ἐγκεφαλαίωμα -ματος, τό • Grafía: graf. ἐνκ- suma total, PLond.259.73 (I d.C.).