ἐγκηδεύω
ἐγκηδεύω, bury in
ἐγκηδεύω,
- bury in a place, LXX 4 Ma. 17.9 (Pass.), J. AJ 9.5.3, JHS 6.359.
sepultar
αὐτόν
μηδενὸς ἑτέρου ἔχοντος ἐξουσίαν ἐνκηδεῦσαί τινα
γέρων ... καὶ γυνὴ ... καὶ ἑπτὰ παῖδες ἐγκεκήδευνται
οὐδεὶς δὲ ἕξει ἐξου[σίαν] ἐκθάψαι τοὺς ἐνκεκηδευ[μέ]νους
ἐγ·κηδεύω, ensevelir dans, Spt. 4 Macc. 17, 9 (pf. pass. ἐγκεκήδευνται) ; avec le dat. Jos. A.J. 9, 5, 3 (ao. ἐνεκήδευσαν).
Étym. ἐν, κ.
ἐγκηδεύω, darin beerdigen, LXX.