ἐγκηρίς
ἐγκηρίς, lump of wax
ἐγκηρίς, ίδος, ἡ,
- lump of wax, Androm. ap. Gal. 13.693, al.
grumo de cera
ἐὰν γὰρ ἐπικαταχέῃς ... τὰ τηκτά, συμβαίνει πολλάκις ἐγκηρίδας γίγνεσθαι
ἐγ·κηρίς, ίδος (ἡ) boule de cire, Gal. 12, 81 au plur.
Étym. ἐν, κηρός.